επικόλλημα

επικόλλημα
τό
1) наклейка; 2) тех шпон, однослойная фанера (для фанеровки)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "επικόλλημα" в других словарях:

  • επικόλλημα — το (Α ἐπικόλλημα) νεοελλ. πολύτιμο ξύλο που επικολλάται πάνω στην επιφάνεια κοινού ξύλου, καπλαμάς αρχ. αυτό που κολλιέται πάνω σε ένα αντικείμενο. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κόλλημα (< κολλώ)] …   Dictionary of Greek

  • ἐπικολλήματα — ἐπικόλλημα that which is glued on neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κόλλημα — το (AM κόλλημα) [κολλώ] καθετί που έχει ενωθεί με κόλλα, οτιδήποτε έχει συγκολληθεί νεοελλ. 1. κόλληση, συγκόλληση 2. αυτό που επικολλήθηκε, επικόλλημα, μπάλωμα 3. επίμονο και ενοχλητικό φλερτάρισμα 4. βοτ. γένος λειχήνων τής οικογένειας… …   Dictionary of Greek

  • κόλλημα — το, ατος 1. κόλληση. 2. μπάλωμα, επικόλλημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»